Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Τειρεσίας ο από μηχανής [Μπάμπης Χαραλαμπόπουλος]


ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Ο ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ

Σκόρπισαν τα μάτια
όπου το φως δεν έφτανε

Το βαθύ σκοτάδι
εξόντωνε τους μύθους
για τα γυάλινα μανουάλια των τυφλών

Τα σκοτάδια είπαν:
Χρειάζονται γυαλιά νυχτός.

Τα φώτα θέλανε τους τυφλούς πίσω

Τα μάτια, σβησμένα μισοφέγγαρα,
μύριζαν το άρωμα του βασιλέα Σκότους
που πλησίαζε

Ευτυχώς... Ο Τειρεσίας μέριασε έγκαιρα
τις βελούδινες κουρτίνες
από τα παράθυρα του έξω κόσμου
και το καυτό χνώτο του ήλιου
έσπασε τις τζαμαρίες του φόβου...

Ύστερα, διάφανο το όνειρο,
πήρε τη θέση 
του πραγματικού ειδώλου στο μάτι
και η ζωή συνεχίστηκε.

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

[Καλλιθέα, Κάτω Πετράλωνα, Γκάζι, Κολωνός, Περιστέρι, Ίλιον, Άγιοι Ανάργυροι, Πατήσια 18.02.2018]

Η διαδρομή που ακολουθήσαμε πεζή, το πρωινό τής 18ης Φλεβάρη 2018 (βλέπε και κατωτέρω χάρτη από wikimapia - με πράσινο αστεράκι τα σημείο που ληφθήκανε οι φωτογραφίες),



ξεκίνησε από τους Άγιους Πάντες Καλλιθέας και αφού περάσαμε από: τα Κάτω Πετράλωνα [οδούς Θεσσαλονίκης, Συμμαχίδων, Αλκμήνης: στην Πλατεία Εργάτη (και βανδάλων...):





















και τον πεζόδρομο δίπλα στην Σοκολατοποιία Παυλίδη:





















με τα παλιά μηχανήματα σοκολάτας], την Οδό Πειραιώς:




















το Γκάζι:





















τη λεωφόρο Κωνσταντινουπόλεως:












































τη λεωφόρο Λένορμαν. με μια μικρή παράκαμψη για τον Λόφο Ιππείου Κολωνού με τα μνημεία τού Μύλλερ (στο βάθος στη δεύτερη εικόνα) και του Λένορμαν:



























το παλιό δημόσιο Καπνεργοστάσιο, που σήμερα στεγάζει μέρος τής βιβλιοθήκης τής Βουλής:



























τον Άγιο Αντώνιο Περιστερίου:


























τη λεωφόρο Παναγή Τσαλδάρη της συνοικίας Ευαγγελίστρια Περιστερίου:





























τη λεωφόρο Θηβών, τη συνοικία Ραδιοφωνία τού Ιλίου με τις κεραίες τών μεσαίων τής ελληνικής ραδιοφωνίας στα 666 KHz:






















το σκεπασμένο ρέμα Φλέβας-Ρουβικώνος:

























τα σωζόμενα τμήματα τού πήλινου αγωγού ύδρευσης τών ρωμαϊκών χρόνων στην πλατεία Ιλίου (περισσότερα εδώ):




















την Ελιά τού Πεισίστρατου στους Αγίους Αναργύρους (περισσότερα εδώ):





















την οδό Αγίων Αναργύρων:



















(εδώ:




















το σημείο που διασταυρώνεται με τον Κηφισό και τη λεωφόρο Κηφισού) και την οδό Χαλκίδος (το όριο των συνοικιών Αγίου Ελευθερίου και Προμπονά) καταλήξαμε στο σταθμό του ΗΣΑΠ στα (Άνω) Πατήσια. 16 περίπου χιλιόμετρα σε 3 ώρες και 10 λεπτά της ώρας.

Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

...Πάργα [Απόστολος Θηβαίος]

...Το «Αυστραλίς» βρίσκεται
στους Κανάριους Νήσους
Κομμένο στα δύο
διαλύεται σιγά-σιγά
από τα κύματα του Ατλαντικού...


...Πάργα

Το σπίτι ήταν κλειστό χρόνια. Οι τελευταίοι έφυγαν πριν από καιρό, όλα ρήμαξαν. Αυλές, σκεπές, σημασίες, τα πήρε όλα ο καιρός.

Απόψε είδαν φώτα, μες στην ομίχλη που ΄πεφτε βαριά είδαν φώτα και ανθρώπους εκεί που άλλοτε κατοικούσε η ησυχία. Πήραν το δρόμο, σαν παράξενο καραβάνι που κάποιο παμπάλαιο άθλο θυμάται, πήραν το δρόμο κάτω απ΄ τ΄ αστέρια, σαν διωγμένες πατρίδες, θυμάμαι έφευγαν.

Τους βρήκανε συναγμένους όλους εκεί. Ανέκφραστους με σκούρα κοστούμια, με ρίζες ως μες στα μάτια, γυάλινα κάστρα που καταστράφηκαν  ν΄ αθροίζουν τα χρόνια, να καλούν ονόματα. Κάτω απ΄ το πλούσιο φως, πάνω στο χιόνι μοιρασμένο το ψωμί και το κρασί. Δεν μιλούσανε, επειδή οι πεθαμένοι μόνο θυμούνται. Ήταν βουβοί κινηματογράφοι, ατέλειωτα φιλμ μ΄ αρνητικά και αποσπάσματα μιας αρχαίας κιόλας ζωής. Η Ελένη έγνεψε, κάτι είπε, κοιτώντας από το παράθυρο που ΄ρχόταν το κοπάδι. Μια ορχήστρα το συντρόφευε, μια ορχήστρα από πνευστά και μπαλάντες και ξέφρενους σκοπούς Έτρεμε η πολιτεία μακριά μετά τις κορυφές, έτρεμε ως μέσα στην καρδιά. Όταν σηκώθηκαν απ΄ το τραπέζι, πρώτα η Ελένη, έπειτα ο Κωνσταντής έπειτα η Πάργα με τα αιωνόβια γεφύρια της που λουφάζει στα ποτάμια, το τραπέζι και το σπίτι και όλα έπεσαν κάτω σ΄ εκείνους τους γκρεμούς.

Τα πιο όμορφα τραγούδια γράφτηκαν για ΄κείνη τη βραδιά. Σε κάθε σπίτι ως κάτω στα πεδινά θυμούνται και λένε πώς έγειρε  επάνω στη μηλιά και πώς αποκοιμήθηκε η μικρή Ελένη μια φορά, πώς κρατιόταν, γυναίκα πια, απ΄ το τίποτε, στα κάγκελα της Ελληνίδος, εν έτει 1960, αποχαιρετώντας την Πάργα. Πώς ξεριζώθηκε ταξιδεύοντας με πυρετούς για τον καινούριο κόσμο, μια φορά...

Έτσι, με αυτήν την ιστορία που μοιάζει μ΄ άλλες χιλιάδες της νεοελληνικής εποποιίας, θυμάμαι  απόψε τους Έλληνες της διασποράς. Το υγιέστερο κομμάτι του ελληνισμού, αυτό που γυρεύει το δρόμο του στις πρωτεύουσες του κόσμου, εκείνο που παρελαύνει με την αδιάκοπη νοσταλγία του όλους τους παραλλήλους κουβαλώντας στους ώμους ένα ανείπωτο φορτίο, δεν είναι καινούρια υπόθεση για τούτο τον τόπο. Τότε και τώρα, το μακρινό 1950 και πάλι την πρώτη δεκαετία του καινούριου αιώνα, ο ελληνισμός βιώνει το διαχρονικό του πεπρωμένο, μοιράζοντας το πνεύμα και τη μνήμη του σ΄ όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Στις καρτ ποστάλ απ΄ το Σύδνεϋ, τον Καναδά, το Σικάγο που πήρε μακριά χιλιάδες Θεοφάνηδες, πλάι στις ηλικιωμένες που θυμούνται μ΄ αγάπη και αβεβαιότητα την Ήπειρο, τα χωριά της Τρίπολης, τις απόκρημνες αετοράχες, σαν αυτή που περιγράφεται στην μαρτυρική “Ελένη” του Νίκου Γκατζογιάννη, χαμογελούν κορίτσια στην πρώτη τους κιόλας νιότη.  Σ΄ αυτό το ενστικτώδες εγχείρημα η έννοια αυτής της πατρίδας θα επεκταθεί σ΄ ένα ευρύτερο πλαίσιο, σε μια ακτίνα που υπερέχει  κάθε χερσαίου και θαλάσσιου συνόρου, ως εκεί που επλουτίζεται με  κάτι αμετάφραστο, μ΄ εκείνο που προσαυξάνει την αξία της.

Ο ελληνισμός της διασποράς, το λαμπρότερο δείγμα της αγίας επαρχίας μας, της βαθύτατης κοιτίδας μας που με το μέτρο και την παράδοση θρέφει την αδιαπραγμάτευτη ουσία της ύπαρξής μας, μεταφέρει την αίσθηση και με τ΄ όραμά της διατυπώνει εντός του τα βασικότερα στοιχεία της.

Για τον Βαγγέλη, λοιπόν, που ζει στο Περθ δέκα χρόνια τώρα, για τους φίλους που ταξίδεψαν και όλο λένε πως θα επιστρέψουν, σ΄ εκείνους που ΄φυγαν δίχως να ξαναδούν το πέτρινο γιοφύρι, δίχως να νιώσουν τον ίλιγγο απ΄ το πρώτο φως της μέρας και τη γεωμετρία του Άθου. Για τα σταχτιά πρόσωπα των αγνώστων που ξεριζώθηκαν, γαντζωμένοι στα ρέλια των πλοίων Ελληνίς, Αυστραλίς και Πατρίς, και που τώρα κοιμούνται με το τραγούδι των ωκεανών, για την πέτρα και για το φως και για τις πρώτες, ελληνικές λέξεις που ηχούν σε μια σχολική αίθουσα της Πρετόρια, οι πιο βαθιές προσευχές. Και μια ιδέα απ΄ την ομορφιά που αφήνουν οι αιώνες και οι εποχές σε τούτο τον τόπο για παρηγοριά, μια ιδέα σαν βασιλικός τριμμένος στα δάχτυλα και σαν καράβι ολοστόλιστο στη χάρη του Χριστού.

Αναδημοσίευση από 24grammata.com.

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Ανάγνωση του θεατρικού “Το θαύμα του θανάτου και άλλα μονόπρακτα” [Ντέμης Κωνσταντινίδης]


Ανάγνωση του θεατρικού “Το θαύμα του θανάτου και άλλα μονόπρακτα”

Αν ποτέ αποφάσιζα να γράψω ένα θεατρικό έργο, πιθανότατα θα είχε τη μορφή της πρόσφατης δημιουργίας του Γ. Πρίμπα “Το θαύμα του θανάτου και άλλα μονόπρακτα”, που κυκλοφόρησε από τα 24 γράμματα (Νοέμβριος 2017). Θα χρησιμοποιούσε, δηλαδή, αφορμές από πραγματικές καταστάσεις, για να καταγράψει συμβάντα που μοιάζουν με φωτογραφικά στιγμιότυπα. Στιγμιότυπα δραματικά, σκληρά ρεαλιστικά, δοσμένα κάποτε με πικρό χιούμορ, ντοκουμέντα, σε κάθε περίπτωση, μιας εποχής απρόσωπης και ζοφερής, της εποχής μας.

Ο Γ. Πρίμπας, ποιητής εξασκημένος στη μικρή φόρμα, δημιουργός πολύτιμων φωτογραφικών οδοιπορικών, με σημαντικές μεταφράσεις και επιμέλειες στο ενεργητικό του, επιλέγει να μιλήσει, μέσω των ηρώων του, αποσπασματικά, με οξεία κριτική ματιά, αποφεύγοντας οτιδήποτε περιττό. Συμπάσχουμε με τα πρόσωπα, αναγνωρίζουμε τους τύπους τους, ανακαλούμε -ίσως- παρόμοια σκηνικά ή καταστάσεις, οσοδήποτε αφιλόξενα κι ακραία, οσοδήποτε τραγικά απογυμνωμένα.

Όλη η σύγχρονη κοινωνική παθογένεια, το ξεπούλημα της γης, των φυσικών πόρων της χώρας, ο υπερδανεισμός των νοικοκυριών, η φούσκα της επίπλαστης ευμάρειας, το αδιέξοδο της καπιταλιστικής “ανάπτυξης”, μέσα σε λίγες γραμμές, περνάει στο κλείσιμο των λόγων του Η (Σταθμός): “Σ’ αυτόν εδώ τον τόπο το μόνο που εκτιμάνε είναι αυτό που πληρώνουνε. Όχι αυτό αυτό για το οποίο τους πληρώνουνε. Αυτό που πληρώνουνε. Και ιδίως αν τους κοροϊδεύουνε! Και όσο πιο πολύ τους κοροϊδεύουνε, τόσο περισσότερο το εκτιμάνε”.

Aλλά και η απελπισία της ανεργίας (Η πρόταση), η αφόρητη μοναξιά, η αδιαφορία (Η Πετρούλα), η αποξένωση, ο έσχατος κυνισμός (Τρέχοντας), η αδυναμία του σημερινού ανθρώπου απέναντι σε έναν καλά μελετημένο μηχανισμό (ΑΤΜ), δεν αφήνουν ασυγκίνητο τον συγγραφέα. 

Το μελλοντολογικό σχόλιο προς το τέλος του βιβλίου (Ψυχή), αν και πεσιμιστικό, είναι ταυτόχρονα ένα κάλεσμα για αφύπνιση, μπρος στο φάσμα του αφανισμού, πριν να είναι πραγματικά πολύ αργά. Μια ριζική αναθεώρηση του τρόπου ζωής μας, μια εντελώς διαφορετική ιεράρχηση αξιών, είναι για τούτο απαραίτητη. Έναντι του κέρδους, προέχει η ευαισθησία, το νοιάξιμο, η ενσυναίσθηση. Έναντι του συμφέροντος, προέχει, εν τέλει, ο ανθρωπισμός.


Ντέμης Κωνσταντινίδης

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

Εμπράγματο.






































[Καλλιθέα 14.02.2018 17.49]

Ο «γενικευμένος άλλος» και η απαγόρευση τής «διαφοράς», ό,τι και να (κι αν) ισχυρίζονται οι ουτοπιστές, είναι τα δεδομένα τού κάποτε κόσμου τών κοινοτήτων ακόμη και στις φωτεινές εξαιρέσεις ενός μη πατριαρχικού παρελθόντος κόσμου.
Ποτέ δεν θα μάθεις όλα όσα σκέφτομαι ή ποθώ. Ούτε ΄γω ξέρω να στα πω. Έτσι ‘μαι καμωμένος. 
Η ελευθερία τής αλυσίδας, που ξεδιπλώνει σε γραμμή τον κύκλο, των τεθλασμένων βημάτων, του εσύ κι ένα βιβλίο στου τρένου την τελευταία θύρα στην πολιτεία καταλήγουν.
Σ’ αυτές για αυτές είναι η μάχη. Όχι για την κατάργησή τους. Δεν είμαστε σαν το λύκο δυνατοί.

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

[Στην (αρχαία) Λάρυμνα 13.02.2017]

Η περιοχή τής Λάρυμνας, την οποία σήμερα γνωρίζουμε από τις εγκαταστάσεις εξόρυξης  χρωµονικελιούχου μεταλλεύματος, της ΛΑΡΚΟ, κατοικούνταν από την εποχή τής 3ης π.Χ. χιλιετίας. Από το λιμάνι της μάλιστα φέρεται να αναχώρησε ο ελληνικός στόλος στον τρωικό πόλεμο.  
Η αρχαία Λάρυμνα ανήκε στην Οπουντία Λοκρίδα και ήταν το ανατολικό επίνειο τών παραλιμνίων (της Κωπαΐδας) αρχαίων πόλεων της Βοιωτίας.
Τα σωζόμενα τμήματα τού παράλιου τείχους της (φωτογραφίες από τα οποία ακολουθούνε) κατασκευαστήκανε τον 4ο π.Χ. αιώνα και το στόμιο τού λιμανιού της έκλεινε με αλυσίδα.
Καταστράφηκε το 85 π.Χ. από το ρωμαίο Σύλλα γιατί συμμετείχε στην επανάσταση ενάντια στους Ρωμαίους.




































Επιστρέφοντας, στο ύψος του Κάστρου Βοιωτίας, κάναμε μια παράκαμψη προς τα ανατολικά και περάσαμε από:

-τα ερείπια της μεγαλύτερης σε έκταση ακρόπολης τών μυκηναϊκών χρόνων (κτίστηκε περί το 1.300 π.Χ.) για την οποία δεν σώζονται πληροφορίες. Βρίσκεται σε ύψωμα μέγιστου ύψους 40 μέτρων από το έδαφος, έκτασης 200 στρεμμάτων, περί τα 2 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά τού Κάστρου Βοιωτίας, στην περιοχή Γλας. 





















-τα ερείπια του Ναού και Μαντείου του Πτώου Απόλλωνος, που βρίσκονται μεταξύ των χωριών Κόκκινο και Ακραίφνιο σε περιοχή με υπέροχη θέα προς τη λίμνη Υλίκη.    
Το Μαντείο χαρακτηριζόταν ως «αψευδές», δηλαδή αλάθητο στους χρησμούς και «πολύφωνο», επειδή έδινε χρησμούς και σε μη Ελληνικές γλώσσες, σε επισκέπτες από όλον τον τότε γνωστό κόσμο. Το Μαντείο αυτό ήταν ένα από τα σπουδαιότερα Μαντεία της αρχαιότητας και ένα από τα έξι μαντεία της Βοιωτίας: Πτώου, Τροφωνίου, Θηβών, Αμφιαράου, Τεγύρας και Αβών.
Περισσότερα : orchomenos.gr. 
































-και τα ελάχιστα ερείπια τής ακρόπολης, του 4ου π.Χ. αιώνα, της αρχαίας Ακραιφνίας - Πτώου, στο λόφο Σκοπιά (σημ. με αρκετά προβληματική πρόσβαση). Ο παλιός Ι.Ν. του Αγίου Γεωργίου, που βρίσκεται στο λόφο φτιάχτηκε από δομικά υλικά της ακρόπολης.